| Δευτέρα βράδυ, έξι ημέρες πριν από τις εκλογές, στο Ηρώδειο. Το αρχαίο θέατρο ασφυκτικά γεμάτο και στη σκηνή ο Διονύσης Σαββόπουλος μόνος, με δύο μουσικούς να τον συνοδεύουν, χαρίζει, στον πυρήνα των δικών του, τον διαχρονικό πυρήνα των τραγουδιών του. Ήταν μια μαγική βραδιά. Και ίσως η πιο αυθεντική πολιτική συγκέντρωση της τελευταίας προεκλογικής εβδομάδας. Δύο ημέρες αργότερα, συναντώ τον Σαββόπουλο βυθισμένο ακόμη στην ατμόσφαιρα του Ηρωδείου. Η συναυλία στο Ηρώδειο προγραμματίστηκε σε μέρες πιο ξέγνοιαστες, ανυποψίαστες και, δυστυχώς, εντελώς απροετοίμαστες για το κακό που ήρθε και μας βρήκε. Δεν πήγα στο Ηρώδειο για να διασκεδάσω. Πήγα για να συναντήσω παρέες ενός κόσμου που εξακολουθεί να πονά τον τόπο και να ελπίζει σε κάτι περισσότερο από αποκαΐδια. Το να μπορούν να πλησιάζονται οι άνθρωποι και να συνεννοούνται μέσα σε μια καταστροφή είναι η μόνη ελπίδα. Το γραφείο του Σαββόπουλου έχει στην πλάτη τον Λυκαβηττό, απέναντι τον Υμηττό. Καψαλισμένο. Απογευματάκι στη βεράντα. Συζήτηση για εκλογές. Τι λες εσύ; τον ρωτώ. Αξίζει ο Καραμανλής να πάρει αυτή τη δεύτερη ευκαιρία που μας ζητάει; Ο Κώστας Καραμανλής μου είναι συμπαθής. Είναι Σαλονικιός. Καρντάσι, δηλαδή. Αλλά όχι, εγώ δεν θα του έδινα δεύτερη ευκαιρία. Μα όλες οι κυβερνήσεις στη μεταπολίτευση είχαν μια δεύτερη ευκαιρία.Και ο θείος του, και ο Ανδρέας,και ο Σημίτης... Στην πολιτική δεν υπάρχουν μετεξεταστέοι. Τους επιτρέπουμε να συνεχίσουν μόνον αν τα έχουν πάει καλά. Αν δεν τα κατάφερε με την άνετη πλειοψηφία που είχε, πώς θα τα καταφέρει με 151, 152 βουλευτές, αν έρθει πρώτος; Η πίεση θα είναι τρομακτική. Από τη μια θα έχει τους Γιακουμάτους κι από την άλλη τον Δούκα και τον Αλογοσκούφη. Δεν συντίθενται εύκολα αυτοί οι δύο κόσμοι. Θέλει κουπί και τρέξιμο. Ποιος θα τρέξει; Ο κύριος «χαλαρά»; Δεν τον κατηγορώ. Κι εγώ είμαι «χαλαρά». Μ αρέσει και το καλό φαΐ. Αλλά εγώ διάλεξα να γίνω καλλιτέχνης. Μπορώ να αποφασίζω με ορίζοντα δεκαετίας. Ο πολιτικός πρέπει να αποφασίζει τώρα αμέσως. Το πολύ μέχρι αύριο. Και σε αυτές τις περιπτώσεις ξέρεις τι συμβαίνει. Διαλέγεις την ακινησία. Αυτό το μάγκωμα που ζήσαμε, λοιπόν, θα γίνει χειρότερο. Αδιέξοδο. Ξέρω πολλούς ανθρώπους που τον εμπιστεύθηκαν τον Καραμανλή. Και όχι μόνον εκείνους που τον ψήφισαν, αλλά κι εκείνους που δεν τον ψήφισαν.Τι νομίζεις ότι πήγε λάθος; Ξέρεις ότι κι εγώ είχα καλοδεχτεί τη νίκη του. Είχα πει ότι περίμενα κι ευχόμουν να συνεχίσει την πολιτική Σημίτη στις επιτυχίες της και να μας απαλλάξει από τα στραβά της. Έκανε το αντίθετο. Ακύρωσε τις επιτυχίες και αυγάτισε όλα τα στραβά. Στο debate, τον είδα κατάκοπο, ανασφαλή και αδιακόπως χειρονομούντα, εκεί που κάποτε ήταν η προσωποποίηση της ηρεμίας και της αυτοπεποίθησης. Απώλεσε τμήμα της λάμψης και της αθωώτητάς του. Κι επειδή ξέρει και ο ίδιος ότι δεν τήρησε τα υπεσχημένα, η φωνή του έχει αρχίσει να ηχεί στομφώδης κι εκνευριστική. Σαν φωνή επαρχιώτη ειρηνοδίκη... Στη μουντή ατμόσφαιρα αυτών των εκλογών, που δυσκολεύεσαι τόσο να βρεις κάτι να σε συνεπάρει, νιώθεις να κρύβεται κάπου μια ελπίδα; Για μένα η μόνη θετική προοπτική που βγαίνει από το κλίμα αυτών των εκλογών είναι το άνοιγμα του ΠΑΣΟΚ στην Αριστερά. Αρκεί και η Αριστερά να ανοιχτεί αναλόγως. Δεν πρέπει να χάσει την ευκαιρία. Θα μπορούσαν, ας πούμε, να στηρίξουν μια κυβέρνηση δίνοντας ψήφο ανοχής για περιορισμένο χρονικό διάστημα και για να γίνουν 2-3 συγκεκριμένα πράγματα. Αν πραγματοποιηθούν, έχει καλώς. Ανανεώνεται η ανοχή. Αλλιώς, πέφτει η κυβέρνηση και πάμε σε εκλογές. Αλλά τότε δεν θα φταίει η Αριστερά για τις εκλογές. Ενώ αν αρνηθεί εξ αρχής, θα τις χρεωθεί τις εκλογές και θα χάσει ψήφους. Ιδίως ο Συνασπισμός. Και ο Γιώργος Παπανδρέου;Σου εμπνέει εμπιστοσύνη;Ξέρεις,τον συνοδεύει αυτή η φαρμακερή ατάκα του Μητσοτάκη: «Καλό παιδί,αλλά δεν κάνει για την πολιτική». Και ποιοι κάνουν για την πολιτική, λοιπόν; Προφανώς αυτές οι θηριώδεις προσωπικότητες, οι λυσσασμένες για εξουσία, οι πολύ ικανές στην εξουσία και ταυτοχρόνως εντελώς ανίκανες- ούτε που τους περνά από το μυαλό- να αντιμετωπίσουν τα παραδοσιακά μας δεινά. Και γιατί τους ψηφίζουμε; Δεν ξέρω. Το μόνο που ξέρω είναι ότι δεν υπάρχει πιο μίζερο πράγμα από το να ψηφίζεις πολιτικούς που δεν τους εκτιμάς, ακόμη και όταν τους θαυμάζεις, πολιτικούς με τους οποίους δεν θα ήσουν ποτέ φίλος. Εγώ το έχω ζήσει. Ακόμη και προγενέστερες φιλίες μου με πολιτικούς δεν μπόρεσα να τις κρατήσω όταν αυτοί παράγιναν «ικανοί για την πολιτική». Όλοι, νομίζω, έχουμε τέτοιες εμπειρίες. Πολύ συχνά αποδεικνύονται κουμάσια. Τους ψηφίζουμε όμως, μόνο και μόνο επειδή «αυτοί κάνουν για την πολιτική». Εν τοιαύτη περιπτώσει, είμαστε εμείς οι ψηφοφόροι που δεν κάνουμε για την πολιτική. Σκέφτομαι, λοιπόν. Μήπως αυτήν τη φορά πρέπει να υποστηρίξουμε έναν ηγέτη που είναι καλό παιδί, που θα μπορούσε να είναι στενός φίλος των περισσοτέρων από εμάς, ο οποίος δεν ακολουθεί αυτήν τη θηριώδη πολιτική της μεταπολίτευσης; Ένας πολιτικός που δεν κάνει γι΄ αυτήν την παραδοσιακή πολιτική είναι μια ελπίδα. Αλλιώς, μία από τα ίδια. Κι όμως,εγώ στη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου τον άκουγα κι αυτόν να προσπαθεί να μοιάσει με τους άλλους,να μιλά σαν τους άλλους. Κάθε φορά που προσπαθούμε να προσαρμοστούμε, χάνουμε κάτι από τη μοναδικότητά μας. Θέλει αντίσταση εκεί. Κι εγώ ένιωσα κάποια στιγμή ότι στην προσπάθειά του να προσαρμοστεί σε ένα πιο επιθετικό στυλ, έπαιρνε στο στόμα του φράσεις που θα ηχούσαν πολύ φυσιολογικά στο στόμα του αρκούδου, εννοώ τον φίλο κ. Αθανασάκη, αλλά στο δικό του στόμα ακούγονταν περίεργα. Ο Γιώργος Παπανδρέου έχει, κατά τη γνώμη μου, δυνατότητες που δεν τις ξέρει ούτε ο ίδιος. Όσο περισσότερο είναι ο εαυτός του τόσο καλύτερα θα πηγαίνει. «Πρέπει να αλλάξουμε πρώτα εμείς, αν θέλουμε να αλλάξουν τα πράγματα» O«Πυρήνας» ήταν ένα πείραμα. 40 χρόνια μετά το «Φορτηγό», τον Νοέμβριο του 2006, ο Σαββόπουλος σε ένα σχήμα λιτό, με μόνον δύο- σπουδαίους όμως- μουσικούς, τον Γιώτη Κιουρτσόγλου και στον Σταύρο Λάντσια, δοκίμασε να ξαναβρεί τους πυρήνες του ακροατηρίου του, τραγουδώντας σε έναν μικρό χώρο, το «Γκαζάρτε», στο Γκάζι, ένα ρεπερτόριο δίχως μεγάλα σουξέ. Με τα «άλλα» τραγούδια του. Η ανταπόκριση ήταν καταπληκτική. Ο «Πυρήνας» ταξίδεψε στην Ελλάδα και την Κύπρο μέχρι να φτάσει, τη Δευτέρα, στο Ηρώ δειο. Η επιτυχία του «Πυρήνα» είναι,διακινδυνεύω μια εκτίμηση, η απόδειξη ότι μας κατέχει μια νοσταλγία του αυθεντικού; Είναι, νομίζω, αίτημα της εποχής μας να ακουστεί κάτι αυθεντικό, κάτι που να μας αγγίζει βαθύτερα. Αυτό το λιτό σχήμα του «Πυρήνα» ακούστηκε σαν μια μικρή φωνή που υψώνεται για να σε αγγίξει πιο βαθιά. Αυτό είναι το μυστικό της επιτυχίας του. Που την χρωστώ, βέβαια, στα δύο εξαίσια παιδιά που με συντροφεύουν. Συχνά είχα δίπλα μου μουσικούς που είχαν την ίδια λαχτάρα. Τα Μπουρμπούλια, τον Θεολόγο Στρατηγό, τον Γιάννη Μπαχ Σπυρόπουλο, τη Στέλλα Γαδέδη, τον Βασίλη Σαλέα, τον Βασιλάκη Πιερακέα. Δράττομαι της ευκαιρίας να εκφράσω δημόσια την ευγνωμοσύνη μου και στον Γιώτη και στον Σταύρο. Μήπως έχουμε την ίδια ανάγκη και στην πολιτική; Μήπως κι εκεί περιμένουμε να ακούσουμε κάτι λιτό,αυθεντικό και καίριο,που να μην επαναλαμβάνει τα παλιά «σουξέ»; Μάλιστα. Αυτή μας η προσδοκία ας θεωρηθεί ξεκίνημα της αλλαγής μας. Γιατί, βέβαια, πρέπει να αλλάξουμε πρώτα εμείς, αν θέλουμε να αλλάξουν τα πράγματα και να ακουστεί κάτι καινούργιο. Και,γιατί είναι έτσι βουβέςαυτές οι εκλογές; Είναι που δεν είμαστε πια και τόσο αθώοι. Πολλοί από εμάς ετοιμάζονται να ψηφίσουν κάτι για το οποίο θα μετανιώσουν την επομένη, και το ξέρουν από τώρα. Και υπάρχει κι ένας άλλος λόγος αυτής της βούβας. Προκηρύχθηκαν ενώ δεν είχαμε ακόμη βγει από την καλοκαιρινή μας ραστώνη. Εγώ ακόμη και τώρα δεν μπορώ να καταλάβω γιατί έπρεπε να ψηφίσουμε καλοκαιριάτικα. Όσα τρικ και να μου ρίξει ο κ. Λούλης, δεν πείθομαι. Και να μην είσαι πονηρός, αρχίζεις και πονηρεύεσαι. Λες, θέλαν΄ να μας πιάσουν στον ύπνο για να μας εξαπατήσουν. Μου θυμίζει τον Λουκιανό Κηλαηδόνη, που είχε βαφτίσει την ορχήστρα του Τake the Μoney and Run. Άρπαξε την ευκαιρία και τρέχα... «...σαν τον μεσαίο χώρο που τώρα σε βολεύει...» Στα μισά της συναυλίας, οι νότες αναγγέλλουν κάποια στιγμή τον «Πολιτευτή»- «χαρά να σε γιαούρτωνα εκεί που ρητορεύεις,/ εκεί που με χειροκροτάς χωρίς να το πιστεύεις». Μια κρίσιμη λέξη σε έναν στίχο αλλάζει. Και το Ηρώδειο ξεσπά σε χειροκροτήματα. Ο «Πολιτευτής» είναι ένα τραγούδι σαν τον φούρνο του Χότζα. Τον έγραψα το ΄75, όταν ο μεγάλος Καραμανλής είχε πει ότι η τάξη απειλείται από έναν... αριστεροχουντισμό. Οπότε, το στιχάκι έγινε «σαν τον αριστεροχουντισμό που σε βολεύει». Το 1985, όμως, ο βολεψάκιας ήταν συχνά ένας «σοσιαλιστής» πια. Οπότε ο στίχος έγινε «σαν τον σοσιαλισμό που σε βολεύει». Προχθές στο Ηρώδειο είπα το ίδιο τραγούδι, αλλάζοντας πάλι τον στίχο: «σαν τον μεσαίο χώρο που τώρα σε βολεύει». Έπεσε το Ηρώδειο από το χειροκρότημα. Τους άρεσε. Τι είναι ο μεσαίος χώρος,τελικά; Χωρίς αυτόν πλειοψηφία δεν βγαίνει. Ο μεσαίος χώρος, ξέρεις, έχει ένα καλό κι ένα κακό. Το καλό είναι ότι πρόκειται συνήθως για ανθρώπους που δεν θέλoυν καβγάδες, θέλουν την ησυχία τους, αλλά θέλουν και να βελτιωθούν κάπως τα πράγματα. Έχει τη μετριοπάθειά του ο χώρος, αλλά και μια επιθυμία προόδου. Το κακό είναι ότι γίνεται εύκολα κυνικός. Μοιάζει, δηλαδή, με τον στίχο του Γερμανού ομοτέχνου μου, του Βολφ Μπίρμαν, που λέει «κι εσύ μικρέ νοικοκυράκο/ θα συνηθίζεις πάντα στη βρωμιά/ αρκεί να ΄χεις γεμάτο τον ντορβά». |
Συνέντευξη: Παύλος Τσίμας |